Εργαστήρι έκφρασης μέσω της γραφής

Το «Εργαστήρι Έκφρασης μέσω της Γραφής» που δημιουργήθηκε και υλοποιείται από την Πένυ Ραμαντάνη, διαρθρώνεται σε οκτώ δίωρες εβδομαδιαίες συναντήσεις είτε δια ζώσης είτε διαδικτυακά.

Η φιλοσοφία του εργαστηρίου

  • Συνδυάζει τη δημιουργική με τη θεραπευτική δημιουργική γραφή.
  • Μέσω της θεωρίας και των εργαλείων της λογοτεχνίας αλλά και καθοδηγούμενων ασκήσεων «βουτάμε» στον εαυτό μας, ανασύρουμε σκέψεις και συναισθήματα, ψάχνουμε λέξεις που θα εκφράσουν την ψυχή, τον εαυτό μας και τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε μέσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας.
  • Δημιουργούμε ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, όπου ο καθένας μπορεί να μοιραστεί — αν θέλει — τις λέξεις και τις σκέψεις του και να δοκιμάσει την ευεργετική επίδραση της έκφρασης μέσω της γραφής και της τέχνης γενικότερα.
Το εργαστήρι φιλοξενείται και διεξάγεται διαδικτυακά σε συνεργασία με το «Artopoio», έναν ζεστό καλλιτεχνικό χώρο στη Μυτιλήνη που αγκαλιάζει τη δημιουργία σε όλες της τις μορφές. Η συνεργασία αυτή ενισχύει τον χαρακτήρα του εργαστηρίου ως έναν χώρο συνάντησης, ανταλλαγής και ουσιαστικής έκφρασης.

Σε ποιους απευθύνεται

Το εργαστήρι απευθύνεται σε ενήλικες κάθε ηλικίας και δεν υπάρχουν προϋποθέσεις συμμετοχής.

Πρακτικές πληροφορίες

Διεξαγωγη
Διαδικτυακά · 8 εβδομάδες
Εναρξη
Δευτέρα 04/05/2026
19:00 – 21:00
Τηλεφωνα για πληροφοριες & εγγραφες
6932391029  —  2251306955
ΠΡ

Πένυ Ραμαντάνη

Τραγουδοποιός · Συγγραφέας · Επιμελήτρια κειμένων
Ελληνικός Πολιτισμός (Φιλολογία) B.A.

Λογια συμμετεχοντων

Φωνές από τον πρώτο κύκλο

Μην το χάσετε! Ήταν απολαυστικό και αποκαλυπτικό εάν πραγματικά θέλετε να γνωρίσετε καλύτερα τον ίδιο σας τον εαυτό!! Σε ευχαριστούμε Πένυ, ήσουν υπέροχη και μας έμαθες πολλά και υπέροχα πράγματα!!!🙏🏻💗

Τζινα Παπανικολαου Α΄ κύκλος εργαστηρίου

Από τις πιο όμορφες και ουσιαστικές εμπειρίες που έχω ζήσει! Εκεί που δεν έφτανε η φωνή μου, έφτασαν οι λέξεις κι αυτό, για μένα, ήταν λύτρωση. Η Πένυ μας, φάρος. Κρατάει το φως όταν περπατάς στους πιο σκοτεινούς σου δρόμους, ώστε να μη φοβηθείς να τους διασχίσεις. Το προτείνω από καρδιάς! 🧡

Τζινα Ζομπολα Α΄ κύκλος εργαστηρίου
Απο την ομαδα

Όσα γεννήθηκαν ανάμεσά μας

Τίτλος: «9 Ιουνίου»

Ο καφές και τα χαρτιά πέταξαν όλα στον αέρα όταν οι δύο άγνωστοι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο –βιαστικοί κι αφηρημένοι όπως ήταν–, χωρίς να γνωρίζουν ότι οι μοίρες τους είχαν πια για πάντα ενωθεί.

Το προαύλιο του Πανεπιστημίου γέμισε με χαρτιά και σκορπισμένους καφέδες από χάρτινα κυπελάκια. Η νεαρή κοπέλα με τα μακριά μαύρα μαλλιά έπιασε το μέτωπο της με τα δύο της χέρια και έσφιξε τα απαλά βαμμένα χείλη της δυνατά. Το λευκό της μπλουζάκι εκτός από τη στάμπα μιας μπαλαρίνας, που το διακοσμούσε, τώρα ήταν διακοσμημένο και με διάσπαρτους λεκέδες από καπουτσίνο. Ωραία, σκέφτηκε, πρώτη μέρα στη Νομική και θα πάω λερωμένη. Τι αμαρτίες πληρώνω; Γρήγορα οι σκέψεις της σταμάτησαν στη θέα του νεαρού καστανού άντρα που την κοίταζε απορημένος, ίσως και λίγο θυμωμένος, μοιρολογώντας αθόρυβα για το χάος που είχε μόλις πριν λίγο συμβεί.

Ο νεαρός άντρας βλέποντας τις σημειώσεις που κρατούσε πεσμένες στο τσιμέντο και λουσμένες με καφέ ταράχτηκε. Ήταν έτοιμος να φωνάξει στην κοπέλα που σαν τυφλή έπεσε πάνω του από το πουθενά «πού πας, βρε κορίτσι μου, έτσι χωρίς να βλέπεις μπροστά σου;» Όταν όμως τα πράσινα μάτια του συνάντησαν τα μεγάλα καφέ μάτια της νεαρής κοπέλας το μυαλό του άδειασε από όλες τις σκέψεις μονομιάς. Αυτά τα καφέ γλυκά μάτια που τον κοιτούσαν αποσβολωμένα, στα οποία δεν μπορούσε κανείς να κρατήσει κακία. Μπορούσε μόνο να τα κοιτάζει συνέχεια χωρίς ποτέ να τα βαρεθεί. (Ελένη)

Μάζεψε απο κάτω τα χαρτιά που είχαν πέσει στα πόδια του λουσμένα με άρωμα cappuccino και έφυγε βιαστικά χωρίς να πει κουβέντα. Φαινόταν να θέλει να φτάσει κάπου οπωσδήποτε. Η Σάρα μάζεψε τις δικές της σημειώσεις ντροπιασμένη κοιτάζοντάς τον να χάνεται πίσω απο τον φράχτη της σχολής. Ήξερε μόνο πως σήμερα δεν θα πήγαινε στη σχολή. Θα επέστρεφε στο σπίτι για να αλλάξει ρούχα αφου αυτός ο λεκές στο μπλουζάκι φαινόταν πως είχε έρθει για να μείνει. Εκεί, να της θυμίζει την αφηρημάδα της και το πόσο αδέξια φάνηκε στα μάτια του.

Πήρε το μετρό για το σπίτι. Σταμάτησε η σκέψη της σε εκείνο το τρακάρισμα των ματιών τους. Κούνησε το κεφάλι αριστερά-δεξιά να ξετινάξει το βλέμμα του από το μυαλό της. Όπως κοίταξε κάτω, ένα μικρό καρτελάκι έπεσε απο τις σημειώσεις της. Ήταν ένα καρτελάκι ανθοπωλείου που έγραφε «Μαύρη τουλίπα». Ξαφνιασμένη άρχισε να κοιτά τα χαρτιά που είχε στα χέρια της και μόλις είχε καταλάβει πως δεν ήταν τα δικά της. Κοιτούσε αποσβολωμένη ένα ολόκληρο οργανόγραμμα της μέρας. Όχι της δικής της. Της δικής του μέρας. Έπεσε το βλέμμα της στη σημείωση για τις έξι το απόγευμα. «Μαύρη τουλίπα. Να πάρω λουλούδια για τη συνάντηση». Άρπαξε το καρτελάκι του ανθοπωλείου, διάβασε τη διεύθυνση. Θα πήγαινε να τον βρει στις έξι στο ανθοπωλείο να του επιστρέψει ό,τι δεν ήτανε δικό της. Σαν μια συγγνώμη που παραβίασε τόσο άτσαλα τον κόσμο του. (Μυρούλα)

Η Σάρα έφτασε στη «Μαύρη Τουλίπα» λίγο πριν τις έξι. Το μικρό ανθοπωλείο βρισκόταν σε έναν στενό δρόμο. Στη βιτρίνα υπήρχαν λίγες τουλίπες μέσα σε ψηλά βάζα, που στο φως του απογεύματος έμοιαζαν οριακά μαύρες.

Δεν ήξερε γιατί είχε έρθει με τόση επιμονή. Θα μπορούσε απλώς να είχε κρατήσει τα λάθος χαρτιά και να συνεχίσει τη μέρα της. Κι όμως το καρτελάκι με τη διεύθυνση την είχε τραβήξει μέχρι εδώ.

Μπαίνοντας, το κουδουνάκι της πόρτας χτύπησε απαλά. Ο νεαρός άντρας από το προαύλιο στεκόταν ήδη μέσα, κοντά στον πάγκο. Όταν την είδε να μπαίνει, δεν έδειξε καμία έκπληξη. Σαν να είχε απλώς επιβεβαιωθεί κάτι που περίμενε.

«Νομίζω ότι αυτά είναι δικά σου». Η Σάρα σήκωσε τις σημειώσεις. Εκείνος τις πήρε, τις κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε αμυδρά. «Άρα έφτασες κι εσύ». Η Σάρα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

Ο νεαρός άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε μια σελίδα που εκείνη δεν είχε δει πριν. Την άπλωσε πάνω στον πάγκο και τη γύρισε προς το μέρος της. Ήταν ένας χάρτης της πόλης. Πάνω του υπήρχαν μικρές κουκίδες διάσπαρτες σε διαφορετικές περιοχές και δίπλα τους ώρες γραμμένες με μικρά γράμματα.  09:30 – Πανεπιστήμιο / 13:30 – Πλατεία / 16:00 – Παλιά βιβλιοθήκη / 18:00 – Μαύρη Τουλίπα

Η Σάρα σήκωσε το βλέμμα της. «Είναι το πρόγραμμά σου;» Ο νεαρός κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Είναι το δρομολόγιο».

Πήγε στο παράθυρο και της έδειξε προς τον δρόμο απέναντι. Η Σάρα γύρισε. Στην απέναντι γωνία στεκόταν ένας άντρας κοιτάζοντας έναν φάκελο παρόμοιο με αυτόν που κρατούσε πριν λίγο εκείνη. Λίγο πιο κάτω μια κοπέλα έβγαζε από την τσάντα της ένα ίδιο καρτελάκι με διεύθυνση.

Η Σάρα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. «Ποιοι είναι αυτοί;» «Δεν ξέρω», είπε ο νεαρός ήρεμα. «Ξέρω μόνο ότι βρήκαν τα ίδια χαρτιά».

Η Σάρα κοίταξε πάλι τον χάρτη. Όλες οι γραμμές που συνέδεαν τα σημεία της πόλης κατέληγαν σε έναν κύκλο στο κέντρο. Δίπλα υπήρχε μόνο μια σημείωση: 19:00 – Συνάντηση

«Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησε η Σάρα. Ο νεαρός δίπλωσε αργά τον χάρτη. «Δεν ξέρω», της είπε. «Αλλά φαίνεται πως όλοι όσοι βρήκαν αυτούς τους φακέλους καταλήγουν εκεί».

Η Σάρα κοίταξε πάλι έξω. Ο άντρας στην απέναντι γωνία είχε ήδη αρχίσει να περπατά προς την κατεύθυνση του χάρτη. Η κοπέλα με το καρτελάκι έκανε το ίδιο. Σαν να ακολουθούσαν αόρατες οδηγίες.

«Και τι συμβαίνει στις 19:00;» ρώτησε η Σάρα. Ο νεαρός την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. «Αυτό είναι το περίεργο», είπε τελικά. «Δεν το γράφει πουθενά».

Μια στιγμή αργότερα, περπατούσαν ήδη στον δρόμο μαζί με άλλους ανθρώπους που κρατούσαν παρόμοιους φακέλους. Όλοι κατευθύνονταν προς το ίδιο κτήριο στο κέντρο της πόλης. Όταν έφτασαν, οι πόρτες ήταν ανοιχτές.

Μέσα στην αίθουσα υπήρχαν ήδη αρκετοί άνθρωποι που κοιτούσαν γύρω τους με την ίδια απορία. Κανείς δεν φαινόταν να γνωρίζει κανέναν. Μετά εμφανίστηκε ένας άντρας και στάθηκε μπροστά τους. «Οι φάκελοι δεν στάλθηκαν για να σας φέρουν εδώ τυχαία», είπε ήρεμα. «Στάλθηκαν για να δούμε ποιοι άνθρωποι θα ακολουθούσαν τις οδηγίες μέχρι το τέλος».

Η Σάρα ένιωσε ένα μικρό ρίγος. Ο άντρας τούς κοίταξε έναν έναν. Και μετά πρόσθεσε: «Τώρα που βρήκαμε ποιοι είστε… μπορούμε να αρχίσουμε». (Τζίνα Ζ.)

Στην αίθουσα απλώθηκε μια βαριά σιωπή. Κανείς δεν μίλησε αμέσως. Οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, σαν να προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν κάτι γνώριμο σε ξένα πρόσωπα.

Η Σάρα ένιωθε ότι κάτι δεν ταίριαζε. Δεν έμοιαζαν με ομάδα. Ήταν τελείως διαφορετικοί: ο άντρας που κρατούσε ακόμη τον φάκελο σφιχτά στο χέρι, η κοπέλα που είχε δει πριν στον δρόμο, δυο-τρεις άλλοι που στέκονταν πιο πίσω με την ίδια αμηχανία στο βλέμμα.

Ο άντρας μπροστά τους σήκωσε το χέρι του και ησυχία απλώθηκε ξανά. «Ξέρω τι σκέφτεστε», είπε ήρεμα. «Ότι πρόκειται για κάποιο λάθος. Ίσως για κάποιο παράξενο παιχνίδι». Περπάτησε αργά ανάμεσά τους. «Όλοι σας βρήκατε έναν φάκελο σήμερα. Σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Και παρ’ όλα αυτά ακολουθήσατε το ίδιο ίχνος μέχρι εδώ». Σταμάτησε για μια στιγμή. «Οι περισσότεροι άνθρωποι θα τον αγνοούσαν. Θα συνέχιζαν τη μέρα τους». Το βλέμμα του πέρασε από πρόσωπο σε πρόσωπο. «Εσείς όμως όχι». Ο νεαρός δίπλα στη Σάρα έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Και γιατί;» Ο άντρας δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε το τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας και άνοιξε έναν ακόμη φάκελο. Από μέσα έβγαλε μια παλιά φωτογραφία. Τη σήκωσε ώστε να τη δουν όλοι.

Η Σάρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Στη φωτογραφία υπήρχε το ίδιο αυτό κτήριο, μόνο που φαινόταν παλιό, σχεδόν εγκαταλειμμένο. Κάτω από τη φωτογραφία υπήρχε γραμμένη μια ημερομηνία. 9 Ιουνίου.

«Σε τρεις μήνες», είπε ο άντρας ήρεμα, «σε αυτό το κτήριο θα συμβεί κάτι».

Κάποιοι αντάλλαξαν ανήσυχες ματιές. Η Σάρα ένιωσε μια παράξενη αίσθηση, σαν η ημερομηνία να είχε αγγίξει κάποιο ξεχασμένο σημείο της μνήμης της.

«Και εμείς τι σχέση έχουμε με αυτό;» ρώτησε κάποιος από το βάθος. Ο άντρας τους κοίταξε έναν έναν πριν απαντήσει. «Νομίζετε ότι βρεθήκατε εδώ τυχαία. Ότι απλώς κρατήσατε έναν λάθος φάκελο».

Σταμάτησε για λίγο. «Αλλά η αλήθεια είναι ότι… κανείς σας δεν είναι εδώ κατά λάθος».

Η Σάρα κοίταξε γύρω της τους υπόλοιπους. Για πρώτη φορά πρόσεξε κάτι περίεργο: το ίδιο διστακτικό βλέμμα, την ίδια αδιόρατη αίσθηση ότι κάτι τους ένωνε χωρίς να ξέρουν τι. Ο άντρας δίπλωσε αργά τη φωτογραφία.

«Με έναν τρόπο που ακόμη δεν γνωρίζετε», είπε χαμηλόφωνα, «είστε ήδη όλοι συνδεδεμένοι».

Και για πρώτη φορά, μέσα στην απόλυτη σιωπή της αίθουσας, η Σάρα ένιωσε ότι η συνάντηση αυτή δεν ήταν η αρχή ενός τυχαίου γεγονότος. Ήταν η αρχή μιας ιστορίας που είχε ξεκινήσει πολύ πριν από εκείνη τη μέρα. Ίσως… ήδη από τις 9 Ιουνίου. (Ειρήνη)

Μα τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά; Τι επρόκειτο λοιπόν να συμβεί; Από τη φύση της ήταν κάπως απαισιόδοξη και ανήσυχη. Ίσως επειδή γεννήθηκε έτσι, ίσως επειδή μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν ασφαλές… Σκέψεις κακές άρχισαν να την κυριεύουν και ένα άγχος που μετατράπηκε σε αγωνία. Για καλό δεν ήταν! Κάποια μεγάλη καταστροφή τους περίμενε, κάποια καταστροφή φυσική, κάποιος πόλεμος, μια ακόμη πανδημία; Και είχαν επιλέξει εκείνους να τους συγκεντρώσουν σε αυτό το σημείο γιατί; Δεν άντεχε άλλο και γύρω γύρω σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν πια, οι άνθρωποι ακούνητοι, αμίλητοι και εκείνη μόνη με τις αρνητικές σκέψεις και την αγωνία της πού όλο και μεγάλωνε. Την έπιασε ένα τρέμουλο, η αναπνοή της έγινε γρήγορη και κοφτή, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Σε λίγο δεν μπορούσε να αναπνεύσει, πανικός.

Ο νεαρός άνδρας του προαυλίου γύρισε προς το μέρος της, την κατάλαβε. Άπλωσε το χέρι του, την ακούμπησε απαλά στον ώμο, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε «Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά».

Πετάχτηκε από το κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα. Ο διαπεραστικός ήχος από το ξυπνητήρι την επανέφερε στην πραγματικότητα. Τι όνειρο ήταν αυτό, Θεέ μου; Πόσο περίεργο! Πω πω και τι ώρα είχε πάει; Έπρεπε να έχει ντυθεί ήδη και να είναι στον δρόμο για το Πανεπιστήμιο, είχε μια σημαντική εργασία να παραδώσει σήμερα. Πόσες φορές άραγε να χτύπησε και να μην το άκουσε μέσα στον βαθύ ύπνο της.

Ετοιμάστηκε άρον άρον, πήρε στο χέρι την εργασία της και ό,τι άλλο θεώρησε απαραίτητο κατέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας σχεδόν κουτρουβαλώντας και βγήκε στον δρόμο για τη στάση. Είδε το λεωφορείο να περνάει, το έχασε. Τι ατυχία! Ψυχραιμία, σκέφτηκε και μπήκε να πάρει ένα καφέ από το μαγαζάκι στη γωνία μέχρι να έρθει το επόμενο. Λίγη ώρα μετά…

Ο καφές και τα χαρτιά πέταξαν όλα στον αέρα όταν οι δύο άγνωστοι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο –βιαστικοί κι αφηρημένοι όπως ήταν–, χωρίς να γνωρίζουν ότι οι μοίρες τους είχαν πια για πάντα ενωθεί. Το προαύλιο του Πανεπιστημίου γέμισε με χαρτιά και σκορπισμένους καφέδες από χάρτινα κυπελάκια. Σήκωσε το βλέμμα της, έτσι στα χαμένα που ήταν, και τότε συνάντησε το δικό του. Τα πράσινα μάτια τού νεαρού άνδρα ήταν τόσο εκφραστικά μα και τόσο γνώριμα. Έμεινε για λίγο να τον κοιτάζει αποσβολωμένη. Ήταν ο άνδρας από το όνειρό της. «Εσύ…;!» ψέλλισε… Διέκρινε την αμηχανία της. Την ακούμπησε απαλά στον ώμο και της είπε «Εντάξει, όλα καλά» χαμογελώντας. (Μαρία)

«Χίλια συγγνώμη» του είπε, χαρίζοντάς του ένα αμυδρό χαμόγελο. «Έχω να παραδώσω μια εργασία και ήμουν αφηρημένη».

«Καταλαβαίνω απόλυτα», της απάντησε, ανταποδίδοντας το χαμόγελο. Την κοίταζε έντονα για μερικά δευτερόλεπτα και όταν η Σάρα χαμήλωσε το βλέμμα της από ντροπή, της είπε: «Με λένε Μάικλ Πίτερσον, είμαι ο αναπληρωτής καθηγητής στο μάθημα της Νεότερης Ιστορίας». Η Σάρα τα ‘χασε, συνειδητοποιώντας ότι θα ήταν ο νέος καθηγητής της, στο μάθημα του οποίου βιαζόταν να παραδώσει την εργασία της. «Συνέβη κάτι στον κύριο Φράνκλιν;» τον ρώτησε. «Ο κύριος Φράνκλιν έχει κάποια σοβαρά θέματα υγείας να αντιμετωπίσει και θα χρειαστεί να λείψει για λίγο καιρό. Είμαι πολύ χαρούμενος που θα σε έχω στο μάθημά μου!» της απάντησε και εκείνη του χαμογέλασε και πάλι διστακτικά.

Αφού μάζεψαν όσο μπορούσαν τον χαμό από χαρτιά, ντοσιέ και χυμένους καφέδες, της πρότεινε να περπατήσουν μαζί μέχρι την αίθουσα της σχολής. Καθώς περπατούσαν και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων, η Σάρα τον παρατηρούσε όλο και περισσότερο. Το ψηλό του ανάστημα με το εμφανώς γυμνασμένο κορμί του, τα μαύρα πυκνά μαλλιά του, η βαθιά φωνή του, τα μεγάλα καταπράσινα μάτια του… πόσο όμορφος και σαγηνευτικός ήταν! Θα μπορούσε άνετα να τον ερωτευτεί, σκέφτηκε, όταν η ερώτησή του την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Λοιπόν; δεν μου απάντησες, τι ώρα τελειώνεις από τη σχολή σήμερα;» της είπε και την κοίταξε σαν να την καταβρόχθιζε ολόκληρη με το βλέμμα του.

Είχε παρασυρθεί και ο ίδιος από την ομορφιά της, κάτι που δεν προσπάθησε καθόλου να κρύψει από την ίδια. «Κατά τις πέντε» του είπε και εκείνος τη ρώτησε αν θα ήθελε να τον συναντήσει αργότερα για ένα ποτό, για να συζητήσουν περισσότερο για την εργασία της και το μάθημα γενικότερα. «Έχει ανοίξει ένα καινούργιο μπαράκι στην πλατεία με καταπληκτικά κοκτέιλ» της είπε, «θα ήθελες να βρεθούμε κατα τις επτά; Το μαγαζί λέγεται Μαύρη Τουλίπα». «Δεν μπορεί! Αποκλείεται!» είπε δυνατά αυτό που σκεφτόταν χωρίς να το καταλάβει. «Τι εννοείς; Δεν θέλεις; Είπα κάτι που δεν έπρεπε;» «Με συγχωρείς» του απάντησε, «σκεφτόμουν κάτι άλλο». Η Σάρα τα είχε χαμένα, το όνειρο που είχε δει γινόταν όλο και πιο ζωντανό, πόσες συμπτώσεις χωρούν σε μια μέρα; Είναι δυνατόν;

Αυθόρμητα αποφάσισε να τον συναντήσει τελικά το απόγευμα, έπρεπε να δει τι σημαίνουν όλα αυτά, έπρεπε επιτέλους να καταλάβει τι συμβαίνει. Έφτασε στη Μαύρη Τουλίπα στις επτά ακριβώς, ήταν όντως ένα πολύ όμορφο, μικρό και ζεστό μαγαζί με καλή μουσική. Τον είδε να κάθεται στην άκρη του μπαρ και προχώρησε προς το μέρος του. «Καλησπέρα» του είπε και εκείνος της χαμογέλασε τρυφερά, τραβώντας το διπλανό σκαμπό κοντά του προσκαλώντας τη να καθίσει. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά, σαν να γνωρίζονταν χρόνια, σαν να ήταν φτιαγμένα για να κοιτάζονται. Θεέ μου, πόσο όμορφος ήταν, σκέφτηκε πάλι και κάθισε δίπλα του.

Καθώς ο Μάικλ παράγγελνε τα ποτά τους στον μπάρμαν, η Σάρα παρατηρούσε τον κόσμο που βρισκόταν στο μαγαζί. Κάποιοι από αυτούς της θύμιζαν κάτι, σαν να τους είχε ξαναδεί. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι ήταν οι ίδιοι που είχε δει στο όνειρό της, ο άντρας απέναντι με τον χάρτη στα χέρια, η κοπέλα με το καρτελάκι, ο μυστηριώδης άντρας με τους φακέλους.

Τι συμβαίνει εδώ μέσα, αναρωτήθηκε ξανά, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Ωστόσο κανείς από αυτούς δεν φάνηκε να την αναγνωρίζει, δεν της έδωσαν καμία σημασία. Ο Μάικλ μονοπώλησε το ενδιαφέρον της για το υπόλοιπο βράδυ. Συζητούσαν αβίαστα και ασταμάτητα. Μίλησαν για τις σπουδές τους, τις οικογένειές τους, τα ενδιαφέροντά τους, είχαν τόσα κοινά μεταξύ τους. Η βραδιά συνεχίστηκε με αμείωτο ενδιαφέρον και από τους δύο, ενώ τα κοκτέιλ υποδέχονταν το ένα το άλλο. Μια ερωτική ενέργεια τους κρατούσε δεμένους, ήταν ολοφάνερο, και κανείς τους δεν μπορούσε να κάνει πια πίσω. Είχαν περάσει πολλές ώρες μαζί, το μαγαζί ήταν έτοιμο να κλείσει, όταν της πρότεινε να συνεχίσουν για ένα τελευταίο ποτό στο σπίτι του. Οι άμυνες της Σάρας είχαν πέσει προ πολλού και δέχτηκε την πρότασή του σχεδόν αμέσως. Έφτασαν περπατώντας λίγη ώρα μετά στο διαμέρισμα του Μάικλ, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πλατείας. Το σπίτι ήταν όμορφο και ζεστό σαν εκείνον, παρατήρησε, ενώ ο Μάικλ έφτιαχνε τα ποτά στην κουζίνα. Το βλέμμα της έπεσε σε ένα ψηφιακό ημερολόγιο τοίχου που έδειχνε την ημερομηνία. Ήταν 9 Ιουνίου. Κι άλλη σύμπτωση; Πώς δεν το είχε συνειδητοποιήσει νωρίτερα; Τι σήμαιναν επιτέλους όλα αυτά;

Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και η συζήτηση συνεχίστηκε λίγο ακόμα, μέχρι να της χαϊδέψει απαλά τα μαλλιά. Εκείνη ανταπέδωσε με ένα χάδι στο πρόσωπό του και τότε άρχισαν να φιλιούνται με πάθος. Ένα πάθος και μια λαχτάρα που κανείς τους δεν μπορούσε να σταματήσει. Κατέληξαν στο κρεβάτι, μη μπορώντας να ξεκολλήσει ο ένας από τον άλλο. Τα χείλη του την φιλούσαν αχόρταγα, τα χέρια του την χάιδευαν παντού, ώσπου σε μια στιγμή, την κράτησαν από το λαιμό, στην αρχή απαλά, όμως άρχισαν να τη σφίγγουν όλο και περισσότερο. Το βλέμμα του άλλαξε, σκοτείνιασε και την κοιτούσε πια με οργή. Την έσφιγγε ακόμα πιο δυνατά μέχρι που τα δάχτυλά του ενώθηκαν και έκλεισαν μέσα τους τον λαιμό της. Η Σάρα τρομοκρατημένη και ανήμπορη δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, δεν μπορούσε πια να ξεφύγει. Αυτό ήταν, σκέφτηκε, καθώς εκείνος την έπνιγε, όταν ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Ήταν ο διαπεραστικός ήχος από το ξυπνητήρι της. Πετάχτηκε απότομα και ανακάθισε στο κρεβάτι της. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν επτά το πρωί, η ημερομηνία έδειχνε 9 Ιουνίου. (Τζίνα Π.)

Το διήγημα αυτό γράφτηκε στα πλαίσια του Εργαστηρίου Έκφρασης μέσω της Γραφής με τη μέθοδο της συνεργατικής γραφής από τις συμμετέχουσες (με σειρά γραφής):

Ελένη Δήμου, Μυρούλα Νεάρχου, Τζίνα Ζόμπολα, Ειρήνη Καρλάκη, Μαρία Ζαχαροπούλου, Τζίνα Παπανικολάου

Η ομαδα του Α΄ κυκλου · 2026