
Σε μια διάσταση όπου συναντώνται οι μύθοι, οι ήρωες της ανθρώπινης φαντασίας που όρια δεν έχει, σε μια διάσταση όπου όλα είναι πιθανά, βρέθηκαν να συνομιλούν ο Προμηθέας με τον Σίσυφο.
«Νόμιζα πως μονάχος στον κόσμο αυτό αναμετρώμαι με την τιμωρία μου εις τον αιώνα τον άπαντα» είπε ο Σίσυφος κοιτώντας σοκαρισμένος το μισοφαγωμένο συκώτι τού Προμηθέα. «Σε έχω παρατηρήσει εδώ και καιρό που είσαι δεμένος κι εκείνος ο γυπαετός σού τρώει το συκώτι κάθε μέρα».
«Δεν είσαι μόνος» είπε σιγανά ο Προμηθέας. «Εκτίω την ποινή μου, μάλλον όπως και ‘συ. Προμηθέας είναι τ΄ όνομά μου, το δικό σου;»
«Σίσυφος, το δικό μου».
Η εικόνα -αν κάποιος μπορούσε να τους δει- ακροβατούσε μεταξύ ενός παράφορου δράματος και μιας σουρεαλιστικής ειρωνείας. Ο ένας με τα χέρια ανοιγμένα, αλυσοδεμένα πάνω σε έναν βράχο, με τα σωθικά του να χάσκουν και ο άλλος κουβαλώντας έναν βράχο, κατάκοπος, ιδρωμένος μα παρόλα αυτά και οι δύο τόσο πειθήνιοι και αξιοπρεπείς μέσα στην κατάστασή τους.
«Απ’ την ώρα που σε είδα προσπαθώ να αποφασίσω ποια τιμωρία απ’ τις δύο είναι χειρότερη, ποιος απ’ τους δυο μας βρέθηκε με τη χειρότερη μοίρα, Προμηθέα;»
«Τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε, λέω εγώ. Πήρα τη φωτιά και την έδωσα στους ανθρώπους. Ο Δίας με τιμώρησε, είχε πολλούς λόγους να θέλει να με βγάλει απ’ τη μέση μα του έδωσα την αφορμή. Εγώ έδωσα τη φωτιά. Μόνος μου κρεμάστηκα σ’ αυτόν εδώ τον βράχο κι εγώ κατατρώω κάθε μέρα τον εαυτό μου, Σίσυφε».
«Και δεν μετάνιωσες; Άξιζαν οι άνθρωποι αυτή σου τη θυσία;»
«Δεν είμαι σίγουρος. Δεν τους βλέπεις πώς συμπεριφέρονται; Είχα άλλα όνειρα για κείνους. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δίκιο είχε ο Δίας που ήθελε να τους εξαφανίσει. Όμως η θυσία δεν ήταν για κείνους. Δεν την άξιζαν ίσως, όμως δεν μετανιώνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εγώ είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Τίμησα την απόφαση τη δική μου. Αν δεν είναι αυτό ελευθερία, τότε τι; Όσο ουρανό κι αν έχει ο Δίας, όση εξουσία κι αν έχουν το Κράτος και η Βία, εγώ μονάχος μου πήρα την απόφασή μου, εγώ είμαι ο ελεύθερος. Εκείνοι βρίσκουν χαρά στο φαγωμένο μου σώμα, εγώ βρίσκω χαρά στον εαυτό μου. Ποιος είναι ο νικητής και ποιος είναι ο χαμένος; Δεν έχει να κάνει λοιπόν με τους ανθρώπους. Με καταλαβαίνεις;»
Ο Σίσυφος κράτησε όσο μπορούσε τον βράχο του σταθερό, τα λόγια τού Προμηθέα τον άγγιξαν πολύ. Με την άκρη τού ματιού του ακουμπώντας το μέτωπο στο τεντωμένο μπράτσο του, ατένισε για μια στιγμή τον ορίζοντα. Ναι, κι εκείνος είχε διαλέξει τον βράχο του τελικά. Συνέχισε τον ανήφορο μέχρι να φτάσει κι όταν η μεγάλη πέτρα κατρακύλησε για τον αέναο δρόμο της βρήκε την ευκαιρία να απαντήσει.
«Με συγχωρείς για την καθυστέρηση, είχα τον βράχο να ανεβάσω για να μπορέσω να σου πως ναι, σε καταλαβαίνω. Με έναν παράξενο τρόπο τα λόγια σου έχουν λογική. Όμως η τιμωρία μας δεν είναι μόνο ο βράχος, φίλε μου. Είναι η αιωνιότητα. Δεν βρίσκουν χαρά μόνο στο φαγωμένο σου το σώμα, βρίσκουν χαρά στον παντοτινό σου πόνο. Αυτή είναι η απόλυτη εξουσία. Κι εγώ τι ζήτησα… λίγο νερό στον τόπο μου, που ήμουν βασιλιάς κι έπρεπε τόσους να φροντίσω. Ε, και πρόδωσα τον Δία. Πρόσβαλα την αυτονόητη εξουσία του. Εντάξει, η αλήθεια είναι πως κι εγώ αγαπούσα τη δική μου εξουσία, ω, την αγαπούσα τόσο. Νόμιζα πως θα ξεγελούσα και τον Θάνατο και για λίγο τα κατάφερα, Προμηθέα. Τον ξεγέλασα! Τον έδεσα και δεν μπορούσε να πάρει πια κανέναν, αλλά κυρίως βέβαια, εμένα. Δεν θέλω να φανώ αλτρουιστής χωρίς να το αξίζω, ειδικά μπροστά σου. Σου έχω έναν σεβασμό. Αλλά για φαντάσου, δεν το ήθελαν αυτό ούτε οι θεοί ούτε κι οι άνθρωποι! Πονούσαν που δεν πέθαιναν, τον ήθελαν τον θάνατό τους. Το διανοείσαι; Τιμωρήθηκα για την αλαζονεία μου, αγαπητέ. Είμαι θνητός. Και οι θνητοί, το λέει και η λέξη, πεθαίνουν. Να σου πω κάτι; Όντως, δίκιο είχε ο Δίας, καλύτερα να μας είχε αφανίσει. Ποιο άλλο δημιούργημα, ποιο άλλο ον, έχει τη γνώση ότι ζει τη ζωή μόνο για να πεθάνει στο τέλος; Μαζί με τη φωτιά έπρεπε να μας κάνεις δώρο και την άγνοια. Τόση γνώση δεν αντέχεται. Ίσως δεν γίνομαι και τόσο κατανοητός. Είχα κι ανάγκη να μιλήσω».
«Και βέβαια γίνεσαι κατανοητός, Σίσυφε» είπε με το συκώτι του πια λίγο πιο μεγάλο. «Όμως θα σου πω το εξής, που μου κάνει απορία πώς δεν το έχεις σκεφτεί, μια που φαίνεσαι άνθρωπος με πνεύμα και ικανότητα. Ξεγέλασες ολόκληρο Θάνατο! Δεν έχεις σκεφτεί ότι έγινες αθάνατος; Με δική σου βούληση -κι εσύ- αψήφησες την εξουσία και τους κανόνες και θέλησες να κάνεις αυτό που ένιωθες. Μην ντρέπεσαι που ήθελες να ζήσεις για τον εαυτό σου και δεν θυσιάστηκες για κάτι μεγαλύτερο. Για ό,τι κι αν θυσιάζεται κανείς, είναι μεγάλο. Η εξουσία μάς σκεπάζει όλους με τα στυγερά και ματωμένα πέπλα της. Τα θέλει όλα. Να είσαι περήφανος που σηκώνεις το βράχο που εκείνη σε έβαλε να σηκώνεις για πάντα για να σε τιμωρήσει που τίναξες τα πέπλα της. Σε έκανε αθάνατο. Η απόφασή σου σε έκανε αθάνατο, όχι η δική της τιμωρία».
«Δηλαδή, πιστεύεις πως η τιμωρία μας είναι μια νίκη; Αυτή η μαύρη αιωνιότητα δεν είναι μάταιη;»
«Όσο μάταιο είναι και το γέλιο, ο έρωτας, ένα κρασί, ο γλυκός ύπνος σ’ ένα ζεστό κρεβάτι. Για όλα αυτά δεν ήθελες να ζήσεις;»
Ο βράχος είχε ήδη κατρακυλήσει πίσω στη βάση του, ο Σίσυφος είχε ξεκινήσει ήδη την ανάβαση με χέρια πάντα κουρασμένα, με φλέβες πρησμένες, έτοιμες να εκραγούν. Μαλλιά ιδρωμένα να πέφτουν πάνω στο χαραγμένο μέτωπο, με σώμα και πνεύμα σκαμμένα από τον μόχθο. Σκεφτόταν τα λόγια τού Προμηθέα, «είναι η δική μου ανάβαση» έλεγε και ξαναέλεγε μονολογώντας. Δική μου. Εγώ τη διάλεξα.
Ο γυπαετός είχε ήδη φτάσει για το προκαθορισμένο έργο του. Ο Προμηθέας έσφιγγε τα χέρια του σε μπουνιές για να αντέχει τον πόνο. Δεν χαλάλιζε την αξιοπρέπειά του με ένα βογγητό, όμως δεν μπορούσε και να κοιτάξει τον γυπαετό να του τρώει το σώμα. Δεν είχε το κουράγιο. Κοίταξε πλάι με το σφιγμένο βλέμμα του κι είδε πέρα τη φιγούρα του Σίσυφου με τα δυο χέρια πάντα σε ανάταση και πάνω τους τον γνωστό βράχο. Όσο να ‘ναι η μοναξιά είναι λίγο λιγότερη όταν υπάρχει κάποιος που περνά το ίδιο με σένα, ακόμα κι αν είσαι Τιτάνας. Όλα τα πλάσματα, αληθινά ή φανταστικά παλεύουν με την μοναξιά της ύπαρξής τους. Η φιγούρα τού Σίσυφου ήταν μια παρηγοριά μέσα σ’ αυτή την τρέλα.
Μέχρι το άλλο βράδυ ο Σίσυφος είχε σκεφτεί πολύ. Είχε τόσα να συζητήσει με τον νέο του φίλο που μέχρι και η κοτρόνα τού φαινόταν ελαφρύτερη.
«Έχεις ακούσει, Προμηθέα, για κείνον τον θεό των τωρινών ανθρώπων; Το σκέφτομαι συνέχεια από χθες. Τους έδιωξε κι εκείνος από τον Παράδεισό του γιατί τον παράκουσαν κι έτσι έγιναν θνητοί και ντροπιασμένοι. Τιμωρία δηλαδή. Ξέρεις».
«Ναι, έχω ακούσει. Τους έδωσε, λένε, την ελεύθερη βούληση να διαλέξουν αν θα τον παρακούσουν ή όχι».
«Κι εκείνοι αυτοβούλως παράκουσαν και από τότε περνούν τη βασανισμένη τους ζωή ζητώντας συγχώρεση».
«Με λίγα λόγια, ας πούμε ναι».
«Τότε γιατί τους έβαλε τιμωρία αφού ήταν ελεύθεροι να διαλέξουν; Και ποιος διαλέγει την ταλαιπωρία του; Και τελικά τι μαθαίνουμε από τις τιμωρίες μας; Μαθαίνουμε; Αφού κάναμε, όπως λες, μια επιλογή. Επικίνδυνο το δώρο τής ελευθερίας».
«Σίσυφε, δεν πιστεύω ότι διαλέγει κανείς την τιμωρία του. Απλά διαλέγει. Ίσως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αυτό να είναι το νόημα της ύπαρξης. Δεν διάλεξα σε αυτή την ιστορία να είμαι Τιτάνας κι εσύ βέβαια δεν διάλεξες να είσαι Σίσυφος, όμως εγώ διάλεξα να δώσω τη φωτιά κι εσύ να προδώσεις τον Δία και να ξεγελάσεις τον Θάνατο. Κι έτσι τώρα κι οι δυο μας προσπαθούμε με τον καλύτερο τρόπο εσύ να σηκώσεις τον βράχο σου κι εγώ… μην τα ξαναλέμε».
«Τη μισώ την τιμωρία μου, Προμηθέα. Είπες να είμαι περήφανος μα εγώ τη μισώ».
«Δεν είσαι εδώ για να αγαπήσεις την τιμωρία σου. Ούτε μισούμε τον εαυτό μας. Αντίθετα, μπορούμε μέσα από αυτόν τον αγώνα να τον αγαπήσουμε. Μέσα από αυτή τη ματαιότητα να βρούμε την ομορφιά. Είναι δύσκολο, το ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα. Μα δεν μπορώ να βρω καλύτερο λόγο για να δει κανείς τα πράγματα αλλιώς, για να γιγαντωθεί απέναντι στο Κράτος, τη Βία, στην εξουσία που μας έφερε εδώ. Ο εχθρός όλων δεινών, είναι η αγάπη. Είναι ο τρόπος, αλλά είναι και ο σκοπός. Φτάνεις σε εκείνη μέσα από την ίδια. Δεν είναι τα ίδια τα βάσανά μας που μας καθορίζουν. Είναι η αδιόρατη απόσταση ανάμεσα σε μας κι εκείνα. Είναι ο τρόπος που τα τοποθετούμε απέναντί μας που μας καθορίζει. Και είναι τα υλικά που βάζουμε μέσα σε αυτή την απόσταση που κάνουν τη διαφορά».
Τα σοφά λόγια τού Προμηθέα είχαν κάνει τον Σίσυφο να νιώσει -αν μη τι άλλο- μια πνευματική ζεστασιά στον αλγεινό του ανήφορο. Να λοιπόν, που θα μπορούσε να υπάρχει ένα νόημα στο αλλόκοτο αυτό κατασκεύασμα θεών κι ανθρώπων. Ήταν πια οι δυο τους που καταλάβαιναν την αξία τής αντίδρασης κόντρα στον εσμό των αυλοκολάκων των θεών και της εξουσίας. Γιατί κι ο Θάνατος, εδώ που τα λέμε, μια εξουσία είναι κι αυτός. Πιο αμείλικτη και πιο οριστική απ’ όλες. Να λοιπόν, που στην μοναχική του ειρκτή, έγινε το θαύμα και βρήκε έναν φίλο -έναν σοφό φίλο- που ρίσκαρε τα πάντα για τις ιδές του.
Μαζί με τον έρωτα, η φιλία νερώνει το βαρύ κρασί τής μοναξιάς τής ύπαρξης. Για τον Σίσυφο αυτή η φιλία ήταν ακόμη πιο σημαντική γιατί αφορούσε ένα πολύ μεγάλο διάστημα που είχαν να διανύσουν, την αιωνιότητα, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει και όσο μπορεί κανείς να το αντιληφθεί. Οπότε για εκείνον ήταν κάτι το πολύ σοβαρό.
Κάθε που έπεφτε ο βράχος του, κάθε που έριχνε ένα βλέμμα ανεβαίνοντας, ανυπομονούσε για την επικοινωνία, γι’ αυτά τα δυο λόγια. Για κείνη τη στιγμή, που μπορείς με έναν φίλο να είσαι ο εαυτός σου αλλά ταυτόχρονα να τον ξεχνάς. Και έτσι πέρασε κάμποσος καιρός.
Ώσπου μια μέρα, πάνω στο μεγάλο φαγοπότι τού αετού και το ανελέητο βάρος τού βράχου, μια άλλη μορφή άρχισε να αχνοφαίνεται στον απόκοσμο ορίζοντα. Ένα τεράστιο βέλος εξακοντίστηκε από τη θολή μεριά και ο γυπαετός διαλύθηκε με μιας, για πάντα. Ύστερα η φιγούρα πλησίασε, στιβαρή, και έγινε παρουσία αληθινή. Σαν μια θεόρατη δύναμη φάνηκε στον Σίσυφο, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. «Προμηθέα, θα σε ελευθερώσω» είπε. Είχε ακούσει καλά; Είπε «ελευθερώσω»; Μόνο τον Προμηθέα ή και τον ίδιο; Ποιος ήταν αυτός ο ελευθερωτής;
«Ηρακλή!» αναφώνησε ο Προμηθέας. «Στ’ αλήθεια θα με ελευθερώσεις; Μα πού πηγαίνεις; Αν το καταφέρεις θα σου χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη!»
«Τα μήλα των Εσπερίδων αναζητώ να πάρω, Προμηθέα».
«Τότε, φίλε μου, κάναμε και οι δυο την τύχη μας. Εγώ θα σου πω πώς θα τα πάρεις καθώς θα πηγαίνουμε εκεί».
«Αλήθεια; Ξέρεις να μου πεις τον τρόπο για να τα καταφέρω;»
«Ξέρω πολλά και για πολλούς. Κι αν τύχει και μιλήσεις με τον Δία, έχω και για εκείνον σημαντικές πληροφορίες για πράγματα που απειλούν την εξουσία του, πες του».
Ο Σίσυφος δεν πίστευε στ’ αφτιά του. Τι παζαρέματα ήταν αυτά; Οι δυο τους δεν ήταν μονάχα εκείνοι που κατείχαν την αξία της αντίδρασης; Εκείνοι δεν ήταν μια ομάδα κόντρα σε όλο το στερέωμα με τους βράχους τους και τις ιδέες τους; Ύστερα ένιωσε το κρύο ρεύμα μια ενοχής. Αν ήταν αληθινός φίλος δεν θα χαιρόταν με την ελευθερία τού φίλου του; Ήθελε να είναι δέσμιος κι ο φίλος του όπως κι ο ίδιος για να ‘ναι ευτυχισμένος; Όμως ποιο το τίμημα για την ελευθερία αυτή; Πληροφοριοδότης τού Δία; Ξάφνου, βάρυνε κι άλλο ο βράχος πάνω στα χέρια του. Έγινε το χάος γύρω του ακόμα πιο σκοτεινό. Καινούργια άβυσσος τον ρούφαγε στη δίνη της, πρωτόγνωρη. Τι ήταν εκείνο που περισσότερο τον έκαιγε; Η προδοσία ή η μοναξιά;
Άκουσε τον ατσάλινο ήχο από το σπάσιμο των αλυσίδων. Είδε τον Προμηθέα να κρατά το ένα του χέρι μέσα στο άλλο. Ύστερα να τα κοιτά σαν νά ‘βλεπε τα χέρια του για πρώτη του φορά. Να μπορούσε κι εκείνος να ένιωθε την ελευθερία των χεριών του!
«Σου χρωστώ τα μήλα των Εσπερίδων, Ηρακλή. Πάμε να τα πάρεις». Και έκαναν να πάρουν τον δρόμο τού φευγιού απ’ το καταραμένο μέρος. Η αξιοπρέπεια τού Σίσυφου ηττήθηκε μπρος στον φόβο και πρόφτασε να πει μονάχα «Προμηθέα!». Καμιά άλλη λέξη δεν μπόρεσε να βγει και ας είχε τόσες «μην μ’ αφήνεις μόνο», «δεν με αποχαιρέτησες», «πάρε με μαζί σου».
Τότε, κοντοστάθηκε ο Προμηθέας και χωρίς να γυρίσει ολόκληρος, μα μόνο το κεφάλι έστριψε και λίγο τον ώμο, φώναξε στον Σίσυφο: «Κάθε καλό σού εύχομαι, Σίσυφε! Και μην ξεχνάς, να είσαι περήφανος που σηκώνεις τον βράχο σου!».
Η μοναξιά ή η προδοσία είναι χειρότερη; Ο Σίσυφος έμεινε ένας άνθρωπος μικρός και μόνος με τον βράχο του. Για λίγο άπλωσε το χέρι του έξω απ’ τον εαυτό του μα δεν είναι να εμπιστεύεται κανείς ούτε θεούς ούτε τιτάνες. Τα άφατα της καρδιάς του έμειναν εκεί. Έμεινε μόνος του σαν μια χορδή μονάχη, να ταλαντεύεται αιώνια στο ίδιο κούρδισμα. Συνεπής στο μαρτύριό του. Αιώνια παρόντας στον ανήφορό του.
«Η μοναξιά είναι χειρότερη» αποφάσισε και το είπε απ’ έξω του κάνοντας την ετυμηγορία πιο επίσημη. «Ακόμα κι ένας προδότης φίλος, είναι κάτι». «Όχι» του απάντησε ο εαυτός του. «Προδότης και φίλος δεν πάνε μαζί. Είναι έννοιες αντίθετες. Άνθρωπος και μοναξιά πάνε μαζί. Μα μη φοβάσαι, Σίσυφε. Ο καθένας μας κουβαλά τον γυπαετό ή τον βράχο του. Τον εαυτό του».
Πένυ Ραμαντάνη
