
Υπέροχα Μόνοι
Η παράσταση όμως, πρέπει να συνεχίζεται. Ο κάθε μας ρόλος πρέπει να παίζεται άψογα. Γιατί παίζεται μόνο μια φορά. Κι αν πέσεις, πρέπει να σηκώνεσαι. Κι αν γελάς, πρέπει να γελάς με την καρδιά σου. Κι αν κλαις, να κλαις με την ψυχή σου. Να χορεύεις σα να ‘ναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνεις. Να ονειρεύεσαι σα να γεννήθηκες τώρα. Γιατί η παράστασή μας, παίζεται μόνο μια φορά. Και τίποτα δεν μπορείς να διορθώσεις.

Το Αστέρι κι ο Κωστής
Το αστέρι, όπου ζει στον ουρανό με την οικογένειά του στην αστεροκοινωνία του ουρανού, στην προσπάθειά του να χοροπηδήσει πέφτει κατά λάθος στη Γη. Μέσα από τις πρωτόγνωρες εμπειρίες και τις περιπέτειές του στον καινούργιο για εκείνο κόσμο, γνωρίζει τον Κωστή. Μαζί ανα καλύπτουν την αξία της πραγματικής φιλίας και της ελευθερίας και μαθαίνουν να διαχειρίζονται την απώλεια, να ξεπερνούν τα εμπόδια και να φυλάνε στην καρδιά τους αυτά που αγαπούν.

Ο Λουλουδάκος
Ένα Λουλούδι αλλιώτικο από τα άλλα λουλούδια, ζει σ’ έναν πανέμορφο κήπο όμως έχει όνειρο να ταξιδέψει και να δει τον κόσμο. Εκτός από τον φίλο του το Δέντρο, κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει γιατί τα λουλούδια έχουν ρίζες κι είναι παράξενο να έχουν όνειρα. Με τη βοήθεια των παιδιών ο Λουλουδάκος ξεκινά το ταξίδι του για τον κόσμο και την περιπέτεια, με εφόδια μόνο την πίστη του στο όνειρο και στη ζωή…

Το Παγκάκι και μικρές ιστορίες του
“Είμαι ένα παγκάκι ξύλινο με σιδερένια πόδια βαμμένα μπλε, αλλά ξεβαμμένα πια, κολλημένα πάνω σε μια τσιμεντένια πλατφόρμα. Αν καθίσεις πάνω μου και κοιτάξεις δεξιά, θα δεις τη θάλασσα κι αριστερά εκτείνεται μια πόλη. Έχουν ξεβάψει κι έχουν σκουριάσει τα πόδια μου και τα ξύλα μου έχουν ξεφτίσει, είναι πια άγρια κι απεριποίητα. Αντέχω ακόμα, αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι ότι σύντομα θα με βάλει στο μάτι κάποια δημοτική αρχή και στη θέση μου θα μπει άλλο παγκάκι, νέο, και δεν θα μείνει από μένα ούτε μια ανάμνηση. Έτσι, σκέφτομαι πως πρέπει να προλάβω να τα πω. Είμαι σίγουρος πως όλη αυτή η πόλη που βλέπεις αριστερά σου, έχει περάσει από πάνω μου. Και οι γονείς και τα παιδιά τους. Οι άνθρωποι. Τι παράξενο είδος! Πριν ξεφτίσει το χρώμα μου τελείως, πριν σπάσουν τα ξύλα και με ξεριζώσουν, πρέπει να μιλήσω. Σα ναυτικός κι εγώ, πλάι στη θάλασσα μια ολόκληρη ζωή, χόρτασα αλμύρα, σκουριά και ιστορίες. Ιστορίες που όλες μαζί σαν μικρά κομματάκια, συνθέτουν μια εικόνα που δίνει νόημα σε όλα, που αφαιρεί το ‘μάταιο’. Αγαπώ τα μικρά κομμάτια, τις εκδοχές μιας μεγάλης, ασύλληπτης πραγματικότητας”.
